άρουρα

άρουρα
η (пахотная) земля;
§ άχθος αρούρης никчёмный, обременяющий землю, никому не нужный человек

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "άρουρα" в других словарях:

  • ἀρούρᾳ — ἀρούρᾱͅ , ἄρουρα a ro u ra i fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρουρα — a ro u ra i fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρουρα — η (AM ἄρουρα) 1. η καλλιεργημένη ή καλλιεργήσιμη περιοχή 2. τα χωράφια, οι αγροί 3. η γη, το έδαφος 4. το χώμα 5. μέτρο εδαφικής έκτασης στην Αίγυπτο 6. (μτφ. για γυναίκα) αυτή που δέχεται σπέρμα και τεκνοποιεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αρουρ ya < (αθέμ …   Dictionary of Greek

  • ἀρούρας — ἀρούρᾱς , ἄρουρα a ro u ra i fem acc pl ἀρούρᾱς , ἄρουρα a ro u ra i fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρουράων — ἀρουρά̱ων , ἄρουρα a ro u ra i fem gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρουρέων — ἄρουρα a ro u ra i fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρουρῶν — ἄρουρα a ro u ra i fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούραις — ἄρουρα a ro u ra i fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούραισι — ἄρουρα a ro u ra i fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούραισιν — ἄρουρα a ro u ra i fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούρης — ἄρουρα a ro u ra i fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»